Η δεκαετία που θα άλλαζε τον κόσμο
Το rock ως έκφραση αμφισβήτησης.
Η αμφισβήτηση του γονέϊκου τρόπου ζωής, των standards και γενικά των συντηρητικών ηθών της κοινωνίας πρωτοεμφανίστηκε στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, δηλαδή μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Οι νεαροί Beatniks, τριγυρνούν αναζητώντας ένα άλλο φαντασιακό πλαίσιο κοινωνικής ύπαρξης και ζωής. Δημιουργούν ένα είδος ποίησης και λογοτεχνίας που είναι αυτοβιογραφικό και άμεσο. Επηρεασμένοι περισσότερο, από λογοτέχνες όπως ο Hemingway ή ο William Blake, δημιουργούν τα δικά τους λογοτεχνικά διαμάντια, τα οποία σφύζουν από ρεαλισμό και έντονη ζωή. Δημιουργούν τελικά, την γενιά Beat (Beat Generation). Είναι μάλλον, οι πρώτοι μεταπολεμικοί αμφισβητίες της Αμερικής και σίγουρα αυτοί που θα επηρεάσουν ένα μεγάλο μέρος της Rock κουλτούρας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα θρυλικά “σκαθάρια” (Beatles) παίζοντας με τις λέξεις, βαφτίστηκαν Beatles και όχι Beetles. Οι beatniks, οι καταραμένοι ποιητές που παθιάζονταν με την Blue Jazz και μεθοκοπούσαν με τους νέγρους φίλους τους, μέσα σε υποχθόνια, σκοτεινά και γεμάτα καπνούς jazz clubs, αυτοί οι ανελέητοι κυνηγοί του αμερικάνικου ονείρου, όπως ο Jack Kerouac, ο William Burroughs, ο Allen Ginsberg και άλλοι, έμελλε να επηρεάσουν βαθύτατα τις επόμενες γενεές.
Όπως ήδη αναφέραμε, το ξέσπασμα του Rock ‘n’ Roll, συνοδεύτηκε από την αμφισβήτηση των νέων, σχετικά με τον τρόπο ζωής και τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής τους. Στην δεκαετία όμως του 60, η αμφισβήτηση αυτή θα επεκταθεί πολύ περισσότερο και θα γίνει ένας από τους κινητήριους μοχλούς της αποκαλούμενης Rock επανάστασης. Και αυτή τη φορά, τα πρώτα γερά χτυπήματα, στη μουσική κοινότητα, θα έρθουν από την Μεγάλη Βρετανία. Οι Beatles και οι Rolling Stones γεννιούνται στο νησί που στα 1958, “έδιωξε με τις κλωτσιές” τον Jerry Lee, τιμωρώντας των για την “ανηθικότητά του”.

Μόνο που η νέα γενιά είναι έτοιμή να προκαλέσει πολύ έντονα τον πουριτανισμό και τον συντηρητισμό των προηγούμενων γενεών. Αδιαφορώντας για κάθε μορφή καθωσπρεπισμού, ο Mick Jagger θα λικνίζεται λάγνα επί σκηνής και θα βγάζει επιδεικτικά τη γλώσσα, σε ότι ενοχλεί τους νέους της εποχής. Ακολουθώντας το παράδειγμα των προγενέστερών τους η νέα αυτή μουσική λαίλαπα και σχεδόν, όλοι όσοι την ακολουθούν, θα πνιγούν στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Παρόλα αυτά, θα δημιουργήσουν τις δικές τους ρωγμές, στον κοινωνικό ιστό που τους τυλίγει.

Στη δεκαετία λοιπόν, του 60, πήρε την σκυτάλη το νεότερο τέκνο της Blues, το Rock. Μαζί με τους Beatles και τους Stones, πολλά ακόμα σπουδαία συγκροτήματα και καλλιτέχνες εμφανίζονται στην Βρετανία και την Αμερική. Οι Animals, οι Who, οι Them, ο Rory Gallagher στη Βρετανία και στην αντίπερα όχθη, ο Jimmy Hendrix, η Janis Joplin, οι Doors, ο Bob Dylan είναι λίγοι από αυτούς. Αμέτρητα φαίνονται σήμερα τα ονόματα των καλλιτεχνών και των groups της δεκαετίας του 60. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς, ότι εκτός από τα λίγο έως πολύ γνωστά ονόματα της εποχής, που προήλθαν από Αμερική και Βρετανία, υπάρχουν άλλα τόσα, λιγότερο γνωστά μέχρι και τελείως άγνωστα, στο πλατύ κοινό, από άλλες χώρες, όπως οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, η Γερμανία και άλλες. Το rock δεν γνωρίζει σύνορα, όπως δεν γνωρίζει φραγμούς. Όπως και το Blues, έτσι κι αυτό θα αντλεί την θεματολογία του, από χαμένους ή απελπισμένους έρωτες, από τις εμπειρίες των καλλιτεχνών και από τον πόνο, που τόσο συχνά φλέρταραν μαζί του. Το rock έχει, όπως κάθε μουσική, τις αλληλεπιδράσεις του με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο στο οποίο εντάσσεται. Έτσι, μέσα από στίχους τραγουδιών, εκφράστηκαν και συνεχίζουν να εκφράζονται πολλοί άνθρωποι, που προτιμούν έναν άλλο τρόπο ζωής. Πολλά τραγούδια, από την δεκαετία του 60, έγιναν ύμνοι για ολόκληρες γενιές. Τραγούδια όπως το It’s my life των Animals ή το Imaging του John Lennon, εκφράζουν την δυνατή επιθυμία των ανθρώπων, για ελευθερία, αυτονομία και αυτό-καθορισμό.

«Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα», ουρλιάζει ο Jim Morrison, τραγουδώντας το “When the music’s over”. Αυτή η επιθυμία που εκφράστηκε μέσα σε μια μόνο πρόταση, ήταν γενικότερα ένας από τους διακαέστερους πόθους που εκφράστηκαν μέσα στη «δεκαετία που θα άλλαζε τον κόσμο». Όμως, το 1971, ο Morrison, πεθαίνει στο Παρίσι, από ανακοπή καρδιάς, αποτέλεσμα της κατάχρησης κυρίως σε αλκοόλ, αλλά και ναρκωτικών. Σύμφωνα με κάποιους βιογράφους του, ο Morrison είχε ήδη απογοητευτεί από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και θεωρώντας ότι τα μηνύματα που ήθελε να περάσει χάνονταν μπροστά στην ειδωλολατρία που είχε δημιουργηθεί, από τους funs του, για το πρόσωπό του. Έτσι βουτήχτηκε για τα καλά στο αλκοόλ και έγινε προκλητικός απέναντι στους ίδιους του τους θαυμαστές. Την ίδια περίπου περίοδο, στα τέλη των 60’s και την αρχή των 70’s, ίδια τύχη θα έχουν και άλλοι μύθοι του rock. Ο Jimmy Hendrix και η Janis Joplin θα βρεθούν νεκροί από υπερβολική δόση ναρκωτικών ουσιών. Γενικότερα το φλερτ με τον θάνατο, η αυτόκαταστροφικότητα και η υπερβολική χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ, θα οδηγήσει πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες στον θάνατο. Ο John Bonham, Drummer των Led Zeppelin (αναρρόφηση ύστερα από υπερκατανάλωση αλκοόλ), ο Rory Gallagher (κύρωση ύπατος), κλπ.
Η ψυχολογική κατρακύλα ήταν σύνηθες φαινόμενο των καλλιτεχνών. Ίσως αυτό οφείλεται στις δικές τους ανησυχίες ως προς τον κοινωνικό τους κύκλο, τον τρόπο αντιμετώπισης που δέχονταν από τα ΜΜΕ, τους ακροατές τους και ακόμα από την ίδια τους την οικογένεια. Αυτές οι ανησυχίες άρχιζαν με τον καιρό να γίνονται καλλιτεχνικές. Κάποιοι δεν άντεξαν τα φώτα της δημοσιότητας, σταμάτησαν να έχουν προσωπική ζωή, και τα φώτα όσο λαμπερά και να φαίνονταν στην αρχή, κατέληξαν να είναι σκιά που τους ακολουθεί παντού. Έτσι για να μην το σκέφτονται ή και από αντίδραση οι πιο ψυχολογικά δυνατοί κλίνονταν απλά στον εαυτό τους. Άλλοι κατέφευγαν στα ναρκωτικά και στο πιοτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Janis Joplin. Κοπέλα ντροπαλή και όχι τόσο όμορφη στα παιδικά της χρόνια, δίχως να έχει φίλους στο σχολείο ξαφνικά γίνεται Rock Star και πρότυπο πολλών κοριτσιών.
Για να ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει θα έπρεπε πρώτα να έχει καταναλώσει τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και ναρκωτικών. Η ίδια πέθανε από ηρωίνη. Ή μήπως τελικά την σκότωσε η ίδια της η δημοσιότητα;

Την περίοδο που το rock αναπτυσσόταν και ως μουσικό είδος, αλλά και ως τρόπος ζωής, ξέσπασε και ο πόλεμος του Βιετνάμ. Έτσι το αντιπολεμικό κίνημα που δημιουργήθηκε στην Αμερική, δέθηκε με το rock μέσω των Hippies από την μία, αλλά και από την ίδια την αντίληψη αρκετών καλλιτεχνών που αντέδρασαν, θεωρώντας τον πόλεμο άχρηστο και άδικο. Μέσα από αυτές τις διεργασίες και σαφώς απ’ την ειρηνιστική αντίληψη των χίπηδων επηρεάστηκε μια μεγάλη μερίδα τραγουδοποιών της εποχής. Οι John Lennon, Bob Dylan, Joan Baez και Jim Morrison είναι μερικοί απ’ αυτούς. Γενικότερα, υπήρξε μια μερίδα των δημιουργών της εποχής, που στράφηκαν προς τον πολιτικοποιημένο στίχο. Η Joan Baez ανήκει σίγουρα σ’ αυτή την κατηγορία, έχοντας στο ενεργητικό της, δυνατά τραγούδια διαμαρτυρίας, όπως τα Prison Trilogy, The Ballad Of Sacco and Vanzetti, Bangladesh και άλλα.
Οι Hippies
Έχοντας ήδη αναφερθεί στους Hippies, κρίνουμε σκόπιμο να κάνουμε μια αναφορά στο κίνημά τους. Σύμφωνα με τον Ανρύ Αρβόν, οι hippies ήταν κατευθείαν απόγονοι των beatniks, παρουσίαζαν όμως σε σχέση με αυτούς μία ουσιαστική διαφορά τον τρόπο αντίδρασης και αντιπαράθεσης με την κοινωνία, η οποία αντιτίθεντο με την παράφορη αγάπη τους για ζωή. Έτσι αντίθετα με τους νεαρούς beatniks που προτιμούσαν την βίαιη αντιπαράθεση, οι hippies αρκούνται στην «δύναμη των λουλουδιών», τα οποία είχαν και ως σύμβολο. Προτίμησαν «έναν τρόπο ζωής που δεν υπαγορεύεται πλέον από τον ρυθμό της βιομηχανίας, αλλά από εκείνον της φυσικής ζωής» . Οι hippies, στις διάφορες εκδηλώσεις τους, χρησιμοποιούσαν συχνά την μουσική, έχοντας προτίμηση στο rock και το folk. Δεν ήταν όμως μουσικό κίνημα, όπως λανθασμένα διαδίδουν κάποιοι, αλλά κοινωνικό. Οι ειρηνιστές hippies, αρνήθηκαν τον αστικό τρόπο ζωής και προσπάθησαν να δημιουργήσουν έναν αλλιώτικο κόσμο. Προτίμησαν, για το σκοπό αυτό, να ακολουθήσουν το δρόμο της αντί-βίας. Μέσα στην γενικότερη αντίληψη των αμφισβητιών της Αμερικής του 60, ήταν και η λεγόμενη «ψυχεδελική επανάσταση», η χρήση δηλαδή ψυχοτρόπων ουσιών, με στόχο την συνειδησιακή διεύρυνση.

Οι hippies, θέλησαν μέσα από την χρήση των ναρκωτικών, να πετύχουν την διάλυση του εγώ τους. Θέλοντας να γίνουν μεταξύ τους ένα, έφτασαν στο σημείο να θεωρούν την χρήση των ναρκωτικών «ένα είδος καθήκοντος και χρέους» .
Στην ευρύτερη «επανάσταση» των hippies, ανήκει και η σεξουαλική απελευθέρωση. Μέσω αυτής, οι νέοι αρνήθηκαν το πρότυπο της μονογαμίας και διέδωσαν τον ελεύθερο έρωτα. Επηρεασμένοι από τον φεμινισμό, έφτασαν στην ισοπέδωση και την κατάργηση της εξωτερικής εμφάνισης, αφήνοντας μακριά μαλλιά, φορώντας φούστες ή ακόμη και χορεύοντας γυμνοί, σε μεγάλες εκδηλώσεις – συναυλίες. Όμως, η επαναστατικότητα των hippies, δεν ήταν τόσο διευρυμένη σε πολιτικό επίπεδο, παρόλο που υπήρξαν εκδηλώσεις με πολιτικές προεκτάσεις. «Οι χίπικες συγκεντρώσεις, όπως εκείνη του Γούντστοκ, προσλαμβάνουν, αναμφισβήτητα, έναν πολιτικό χαρακτήρα. Οι βεντέτες του τραγουδιού αμφισβήτησης, Πήτερ Σήγκερ, Μπομπ Ντύλαν και Τζόαν Μπαέζ, συμμετέχουν έτσι στον αγώνα εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ. Ωστόσο, δεν αποτελούν βασικά παρά μια θαυμαστή, τεράστια μέθεξη, ανάμεσα σ’ όλους εκείνους που έχουν το θάρρος ν’ αρνηθούν το κοινωνικό ψέμα και την πολιτική βία, ελπίζοντας, χάρη στις αδελφικές αυτές συναντήσεις, να ξαναβρούν τη φρεσκάδα της γένεσης του κόσμου και τις αρχέγονες πηγές του αθώου και απλοϊκού πρωτογονισμού».

Όπως είναι φυσικό, το κύμα αυτό έσβησε με τον καιρό, ξέσπασε και αφομοιώθηκε. Γενικότερα, «η αντικουλτούρα δεν αποτέλεσε ποτέ πραγματική απειλή για το κατεστημένο: η απανταχού παρούσα αγορά επαναφομοίωσε το στυλ της, μετατρέποντάς το σε μόδα και το κυρίαρχο σύστημα απορρόφησε πολλά μέλη της» . Το μόνο σίγουρο είναι πως το κίνημα των hippies, απέτυχε να φέρει σε πέρας, τους στόχους του. Βασικό σφάλμα των μελών του, ήταν η εμμονή τους σε ένα φανταστικό κόσμο αγάπης, λουλουδιών και ειρήνης που δεν υπήρξε ποτέ. Ο κόσμος αυτός υπήρξε μόνο στην φαντασία και τις παραισθήσεις των χίπηδων. Μέσα σε ένα κόσμο βίας και καταναγκασμού δεν μπορούν να διατηρηθούν εύκολα, οάσεις ελευθερίας και αγάπης όπως τα κοινόβια, ειδικά δε, όταν αυτές συμβαδίζουν με τη χρήση ναρκωτικών και την έλλειψη κοινωνικοπολιτικής συνειδητοποίησης. «Ο πειραματισμός με τα ναρκωτικά δεν οδηγούσε πάντα σε μιαν “ανώτερη πραγματικότητα”, αλλά συνηθέστερα αφαιρούσε ενεργητικότητα, φυτοποιώντας μακροπρόθεσμα».
Γενικότερα η «επανάσταση» των hippies ήταν μερική και γι’ αυτό αναποτελεσματική. Την ίδια εποχή που η οδός Γκυ-Λυσσάκ, του Παρισιού, μετατρεπόταν σε πεδίο μάχης μεταξύ των επαναστατημένων φοιτητών και των γαλλικών δυνάμεων καταστολής, στην Αμερική, οι hippies απαντούσαν στους αστυνομικούς με λουλούδια, χαμόγελα και τραγούδια. Όταν στην κατειλημμένη Σορβόννη ακουγόταν το σύνθημα «η ζωή γεννιέται στα οδοφράγματα», οι hippies φώναζαν «κάντε έρωτα, όχι πόλεμο». Αλλά για να μην υπάρχουν πλέον οι πόλεμοι, πρέπει να υπάρξει μια ελεύθερη κοινωνία, θεσμισμένη με βάση τις αρχές της ελευθερίας, του αυτό-καθορισμού και της αλληλεγγύης. Προς αυτή την κατεύθυνση στράφηκαν οι φοιτητές του Παρισιού, το Μάη του ’68, ενώ οι hippies πίστεψαν ότι μπορούσαν να δημιουργήσουν μια ιδανική κοινότητα, μέσα στους κόλπους της υπάρχουσας κοινωνίας. Επικεντρώθηκαν σε επιμέρους ζητήματα χάνοντας τελικά την ουσία.
Οι «ακτιβιστές» του Rock.
Μετά τα μέσα του ’60, στην Αμερική, εμφανίστηκε το «Κόμμα των Λευκών Πανθήρων». «Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε το 1968 από το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι του Detroit. Είχε ως πηγή έμπνευσης τους Μαύρους Πάνθηρες και χρησίμευσε ως ενωτικός κρίκος των ριζοσπαστικών στοιχείων από τις αμέτρητες πανεπιστημιουπόλεις των κεντροδυτικών Η.Π.Α.».
Οι Λευκοί Πάνθηρες, για να προπαγανδίσουν τις ιδέες τους, χρησιμοποιούσαν δύο εναλλακτικά έντυπα [Fifth Estate (Detroit) και An Arbor Argous], όμως το βασικότερο μέσον προπαγάνδας ήταν το συγκρότημα MC-5. Οι MC-5 ήταν ένα συγκρότημα που γεννήθηκε ουσιαστικά μέσα σε αυτό το κλίμα ακτιβισμού που υπήρχε στην περιοχή του Detroit, του An Arbor και γενικότερα των κεντροδυτικών Η.Π.Α. Τα μέλη του group γνωρίστηκαν από τα σχολικά τους χρόνια, ήταν οι περισσότεροι μποέμ και ρέμπελοι νεαροί που τους άρεσε η μουσική και η beat ποίηση. Ήδη από το ’64 έχει δημιουργηθεί το σχήμα Bounty Hunters, που αργότερα θα μετονομαζόταν σε MC-5, εμπνευσμένο από το Motor City, δηλαδή την βιομηχανική πόλη Detroit. Η πόλη αυτή έβγαλε πολλές σκληροπυρηνικές, hard rock μπάντες, κατά τη δεκαετία του ’60. Οι Stooges, το συγκρότημα που ξεκίνησε την καριέρα του ο Iggy Pop, είναι ένα απ’ τα γνωστότερα σχήματα της σκηνής του Detroit. Η μουσική των MC-5 ήταν ένα ισχυρό μείγμα σκληρής μουσικής. «Θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει αλχημιστές του rock», λέει ο Νίκος Κοντογούρης, «αφού κατόρθωσαν, μέσα σε μια εκρηκτική φόρμα υψηλής ενέργειας, να αναμείξουν το rock ‘n’ roll του Chuck Berry, τους ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς της jazz και τη soul της Motown, και να δημιουργήσουν ένα επικίνδυνο κοκτέιλ Μολότοφ που ανατίναζε τους πάντες και τα πάντα» . Η δράση τους ήταν πλούσια και από μουσικής και από πολιτικής άποψης. Ο γνωστός ακτιβιστής της εποχής, John Sinclair, θεωρείται από πολλούς, ο πνευματικός καθοδηγητής του συγκροτήματος, όμως αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να γίνουν σκιά τους οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες. Όμως η σχέση των MC5 και του Sinclair, είναι αναμφισβήτητη. «Αν και ο Sinclair υπήρξε γεννημένος επαναστάτης, είναι αμφίβολο το κατά πόσο θα μπορούσε ένα περάσει τα μηνύματά του τόσο καταλυτικά, αν δεν το έκανε μέσω της μουσικής του γκρουπ. Από την άλλη, η ιδεολογική τοποθέτηση των MC5 ίσως να μην είχε τόσο γερές βάσεις αν δεν υπήρχε ο Sinclair. Αυτή η ισχυρή συνεργασία Sinclair και MC5 είχε βέβαια το κόστος της: όλοι τους διώχθηκαν ανελέητα, τρεις φυλακίστηκαν και δύο δεν ζουν πια» . Μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους album, του Kick Out The Jams, που ήταν live, αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα. «Η αστυνομία και οι κρατικές υπηρεσίες άρχισαν ένα εντατικό κυνήγι που είχε αποτέλεσμα να συλληφθούν ηγετικά στελέχη των Λευκών Πανθήρων, ενώ απαγορεύτηκε στους MC5 να διοργανώνουν συναυλίες, ακόμα και να συμμετέχουν δωρεάν» . Φυσικά δεν συμμορφώθηκαν, αλλά αντέδρασαν αντίθετα με τις προβλέψεις των διωκτών τους. Εκτός της πολιτείας του Michigan, αύξησαν τις εμφανίσεις τους, ενώ εντός της απαγορευμένης ζώνης εμφανίζονταν με άλλα ονόματα. Το σύνθημα με το οποίο ξεκινούσαν τις συναυλίες τους: «Kick out the jams motherfuckers or get off the stage», μετατράπηκε εκείνη την περίοδο. Έτσι στην φράση ««Kick out the jams motherfuckers», πριν τη λέξη «motherfucker» πρόσθεταν «το όνομα του εκάστοτε αρχηγού της αστυνομίας που τους κυνηγούσε».

Γενικά την ίδια περίοδο που συγκροτήματα του αμερικάνικου νότου, έκαναν επίθεση μέσω των στίχων τους, στην μαύρη κοινότητα, παίζοντας όμως blues κατά ειρωνική σύμπτωση, υπήρχαν καλλιτέχνες που υπερασπίζονταν τους μαύρους. Αν και οι MC5, προπαγάνδιζαν το θέμα της αλληλεγγύης με τους μαύρους αμερικάνους, όντας μέλη των White Panthers, τον οποίων το πρόγραμμά είχε ελάχιστες διαφορές με εκείνο των Black Panthers, δεν ήταν οι μόνοι. Ο Neil Young, είναι ακόμη ένας τραγουδοποιός που είχε σχέσεις με τη «Νέα Αριστερά» της Αμερικής. Το υπέροχο τραγούδι του, Southern Man, αποτελεί την καλύτερη ίσως απάντηση στο Sweet Home Alabama των Lynard Skynard. Επίσης το τραγούδι «I’m a Nigger» των Laghonia καθώς και ο ύμνος κατά του ρατσισμού, «Power In the Darkness» που έγραψε ο ομοφυλόφιλος, Tom Robinson, σαν απάντηση στον πουριτανισμό των Βρετανών κατήγορών του. Γενικότερα το rock στο δεύτερο μισό, της δεκαετίας του 1960, δεν ήταν απλά μια μουσική. Πολύ συχνά, αποχτούσε την μορφή μιας κραυγής διαμαρτυρίας. Για όσους γνώριζαν την δύναμη που είχε το rock, πριν περιοριστεί στις επιδιώξεις των καλλιτεχνών για θεαματικά shows και αυξήσεις των κερδών τους και μετατραπεί σε κερδοφόρο επιχείρηση, έγινε ένα μέσο για θετική προπαγάνδα υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για διαμαρτυρία έναντι του εκάστοτε καταπιεστικού συστήματος. Αυτό άλλαξε στις αρχές του 1970, τότε που η επαναστατικότητα άρχισε να φθίνει και η εμπορικότητα μπήκε σε πρώτη μοίρα.
των Γεωρνταμιλή Βασίλη και Τσολκάνη Σταύρου.